Το βάρος απόδειξης έχει η φορολογική διοίκηση για τον προσδιορισμό του χρόνου επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η φορολογική διοίκηση μπορεί να στηρίζεται σε τραπεζικές κινήσεις ως έμμεσες αποδείξεις ύπαρξης αδήλωτου εισοδήματος, όταν οι σχετικές πιστώσεις δεν καλύπτονται από δηλωθέντα εισοδήματα ή άλλη επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν αρκεί ο φορολογούμενος να επικαλείται την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων· απαιτείται να αποδεικνύεται συγκεκριμένα ότι οι επίμαχες καταθέσεις προέρχονται από αυτά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τα εμβάσματα μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου. Το δικαστήριο τόνισε ότι κρίσιμος χρόνος για τη φορολόγηση δεν είναι κατ’ αρχήν ο χρόνος αποστολής του εμβάσματος, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το σχετικό ποσό εισήλθε για πρώτη φορά στην περιουσία του φορολογουμένου ή κατατέθηκε σε λογαριασμό του. Συνεπώς, η απλή μεταφορά χρημάτων μεταξύ προσωπικών λογαριασμών δεν συνιστά από μόνη της νέα περιουσιακή προσαύξηση, ενώ η φορολογική αρχή οφείλει να διερευνά και να αποδεικνύει τον πραγματικό χρόνο επέλευσής της. (ΣτΕ 484/2026)