Παράταση της πενταετούς προθεσμίας για φορολογικούς καταλογισμούς σε περίπτωση μεταγενέστερης αποκάλυψης εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η συνήθης πενταετής προθεσμία για την επιβολή φόρων και προστίμων μπορεί να παραταθεί όταν η ύπαρξη εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων αποκαλύπτεται μεταγενέστερα, βάσει ελεγκτικών πορισμάτων που δεν ήταν διαθέσιμα στη φορολογική διοίκηση εντός της αρχικής πενταετίας. Η υπόθεση αφορούσε ομόρρυθμη εταιρία, στην οποία καταλογίστηκαν ποσά για τη χρήση του 2005, κατόπιν διαπίστωσης ότι είχε λάβει και καταχωρίσει στα βιβλία της εικονικά και πλαστά τιμολόγια. Η εταιρία υποστήριξε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να προβεί στον σχετικό φορολογικό καταλογισμό είχε ήδη παραγραφεί, καθώς τα κρίσιμα στοιχεία μπορούσαν, να είχαν εντοπιστεί από τις φορολογικές αρχές εντός της προβλεπόμενης πενταετούς προθεσμίας. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι η εικονικότητα των επίμαχων τιμολογίων διαπιστώθηκε μετά την παρέλευση της πενταετίας. Σύμφωνα με το δικαστήριο, τα ευρήματα των μεταγενέστερων ελέγχων συνιστούσαν νέα και κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δικαιολογούσαν την παράταση της προθεσμίας ελέγχου και φορολογικού καταλογισμού. Ωστόσο, με την απόφασή του, το δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, σε περιπτώσεις σύνθετων φορολογικών παραβάσεων, όπως οι εικονικές συναλλαγές, για την αποκάλυψη των οποίων απαιτούνται εκτεταμένες διασταυρώσεις στοιχείων και η συνεργασία περισσότερων ελεγκτικών υπηρεσιών, η φορολογική διοίκηση μπορεί να αξιοποιεί μεταγενέστερα ελεγκτικά ευρήματα και να προβαίνει σε φορολογικό καταλογισμό εντός της προβλεπόμενης δεκαετούς προθεσμίας (ΣτΕ 364/2026).
