Δεν επιτρέπεται η φορολογική αρχή να προβαίνει σε έλεγχο σκοπιμότητας των επιχειρηματικών αποφάσεων στα πλαίσια της αναγνώρισης δαπανών που σχετίζονται με πωλήσεις προϊόντων κάτω του κόστους.
Η υπόθεση αφορούσε εταιρία εμπορίας τροφίμων, η οποία πραγματοποίησε σημαντικό μέρος των πωλήσεών της σε τιμές χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής ή αγοράς. Η φορολογική αρχή θεώρησε ότι οι αντίστοιχες δαπάνες ήταν μη παραγωγικές, επειδή δεν απέφεραν κέρδος, και αρνήθηκε την έκπτωσή τους από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, επιβάλλοντας πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τη θέση αυτή, επισημαίνοντας ότι για να χαρακτηριστεί μια δαπάνη παραγωγική δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι οδήγησε άμεσα σε αύξηση εσόδων ή κερδών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πωλήσεις κάτω του κόστους μπορεί να αποτελούν μέρος της εμπορικής στρατηγικής μιας επιχείρησης, για λόγους ανταγωνισμού, προώθησης προϊόντων ή διατήρησης πελατείας. Συνεπώς, η φορολογική αρχή δεν μπορεί να ελέγχει τη σκοπιμότητα των επιχειρηματικών επιλογών, εφόσον δεν διαπιστώνεται παρανομία ή ανακρίβεια στα φορολογικά στοιχεία (ΣτΕ 1233/2024).
