Η απόδειξη ύπαρξης ταμειακών διαθεσίμων δεν επαρκεί για να καλύψει καταθέσεις άγνωστης προέλευσης.

Έπειτα από φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκαν σημαντικές καταθέσεις σε λογαριασμούς φορολογούμενου, οι οποίες δεν συνδέονταν σαφώς με δηλωθέντα εισοδήματα ή άλλες νόμιμες πηγές. Ο φορολογούμενος ισχυρίστηκε ότι τα ποσά προέρχονταν από πωλήσεις μετοχών, αποπληρωμές ομολόγων και μεταφορά κεφαλαίων, και επικαλέστηκε ότι το βάρος απόδειξης της προέλευσης βαρύνει καταρχήν τη φορολογική αρχή και ότι η ύπαρξη διαθεσίμων αρκεί για να καλύψει τις καταθέσεις. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι η φορολογική αρχή μπορεί να στηρίζεται σε έμμεσες αποδείξεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα έγγραφα στοιχεία, παρέχουν επαρκή βάση για τη φορολόγηση των καταθέσεων ως άγνωστης προέλευσης. Παράλληλα, τόνισε ότι δεν αρκεί η απλή ύπαρξη χρηματικών διαθεσίμων αλλά απαιτείται σαφής σύνδεση των καταθέσεων με συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή ή αιτία. Κατά συνέπεια, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, κρίνοντας ότι δεν υπήρξε ανεπίτρεπτη μετάθεση του βάρους απόδειξης και ότι οι επίμαχες καταθέσεις θεωρήθηκαν νόμιμα ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης (ΣτΕ 1499/2025).