Η λήψη πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν οδηγεί αυτομάτως σε απώλεια του δικαιώματος έκπτωσης ΦΠΑ όταν η συναλλαγή είναι πραγματική και ο λήπτης ενεργεί καλόπιστα.
Αν ο φορολογούμενος είχε λάβει τιμολόγια για υπηρεσίες που πράγματι παρασχέθηκαν και τα είχε εξοφλήσει, όμως σε μεταγενέστερο έλεγχο κρίθηκε ότι τα τιμολόγια ήταν πλαστά λόγω τυπικού ζητήματος διάτρησης και θεώρησης αυτών, που δεν ήταν εύκολα αντιληπτό από τον λήπτη. Η φορολογική διοίκηση υποστήριξε ότι, αφού το παραστατικό είναι πλαστό, ο φορολογούμενος δεν μπορεί να εκπέσει το ΦΠΑ, ενώ τα διοικητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι τυπικές πλημμέλειες δεν αρκούν από μόνες τους για να χαθεί η έκπτωση, αν δεν αποδειχθεί με αντικειμενικά πως υπάρχουν στοιχεία συμμετοχής ή γνώση της απάτης. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά κρίθηκε ότι ελεγχόμενος ήταν σε καλή πίστη ως προς τη γνησιότητα των τιμολογίων και ότι η φορολογική αρχή ούτε επικαλέστηκε ούτε απέδειξε πως γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλαστότητα στο πλαίσιο απάτης του εκδότη. Για τον λόγο αυτό έγινε δεκτό ότι διατηρεί το δικαίωμα να εκπέσει τον ΦΠΑ των συγκεκριμένων τιμολογίων (ΣτΕ 1730/2025).
